υπερισχύω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερισχύω < υπέρ + ισχύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pɛ.ɾi.ˈsçi.ɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υπερισχύω

  1. (μεταβατικό) (+ γενική) αναδεικνύομαι σε ανώτερη θέση από κάποιον / κάτι άλλο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: επικρατώ, υπερτερώ
    η ομάδα μας υπερίσχυσε εύκολα της αντίπαλης
  2. (αμετάβατο) αποδεικνύομαι ισχυρότερος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: νικώ, υπερνικώ
    η περιέργειά του υπερίσχυσε και προχώρησε στο σκοτεινό δωμάτιο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]