υπερκαλύπτομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερκαλύπτομαι < παθητική φωνή του ρήματος υπερκαλύπτω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υπερκαλύπτομαι

  1. καλύπτομαι σε βαθμό μεγαλύτερο από αυτόν που ήταν αρχικά αναγκαίος
    η ανάγκη για φιάλες αίματος υπερκαλύφθηκε από τη συγκινητική προσφορά του κοινού

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]