υπερκαλύπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερκαλύπτω < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

υπερκαλύπτω

  1. καλύπτω/σκεπάζω πλήρως

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Το επικαλύπτω συνήθως αφορά μερική κάλυψη ή μη προσδιορίσιμης έκτασης.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]