υπερκαλύπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερκαλύπτω < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

υπερκαλύπτω

  • καλύπτω/σκεπάζω πλήρως

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Το επικαλύπτω συνήθως αφορά μερική κάλυψη ή μη προσδιορίσιμης έκτασης.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]