Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπερλειτουργώ

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπερλειτουργώ < υπερλειτουργία + (αναδρομικός σχηματισμός)[1]

υπερλειτουργώ

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]