υπερλειτουργώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπερλειτουργώ < υπερλειτουργία + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός)[1]
Ρήμα
[επεξεργασία]υπερλειτουργώ
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | υπερλειτουργώ | υπερλειτουργούσα | θα υπερλειτουργώ | να υπερλειτουργώ | υπερλειτουργώντας | |
| β' ενικ. | υπερλειτουργείς | υπερλειτουργούσες | θα υπερλειτουργείς | να υπερλειτουργείς | (υπερλειτούργει) | |
| γ' ενικ. | υπερλειτουργεί | υπερλειτουργούσε | θα υπερλειτουργεί | να υπερλειτουργεί | ||
| α' πληθ. | υπερλειτουργούμε | υπερλειτουργούσαμε | θα υπερλειτουργούμε | να υπερλειτουργούμε | ||
| β' πληθ. | υπερλειτουργείτε | υπερλειτουργούσατε | θα υπερλειτουργείτε | να υπερλειτουργείτε | υπερλειτουργείτε | |
| γ' πληθ. | υπερλειτουργούν(ε) | υπερλειτουργούσαν(ε) | θα υπερλειτουργούν(ε) | να υπερλειτουργούν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | υπερλειτούργησα | θα υπερλειτουργήσω | να υπερλειτουργήσω | υπερλειτουργήσει | ||
| β' ενικ. | υπερλειτούργησες | θα υπερλειτουργήσεις | να υπερλειτουργήσεις | υπερλειτούργησε | ||
| γ' ενικ. | υπερλειτούργησε | θα υπερλειτουργήσει | να υπερλειτουργήσει | |||
| α' πληθ. | υπερλειτουργήσαμε | θα υπερλειτουργήσουμε | να υπερλειτουργήσουμε | |||
| β' πληθ. | υπερλειτουργήσατε | θα υπερλειτουργήσετε | να υπερλειτουργήσετε | υπερλειτουργήστε | ||
| γ' πληθ. | υπερλειτούργησαν υπερλειτουργήσαν(ε) |
θα υπερλειτουργήσουν(ε) | να υπερλειτουργήσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω υπερλειτουργήσει | είχα υπερλειτουργήσει | θα έχω υπερλειτουργήσει | να έχω υπερλειτουργήσει | ||
| β' ενικ. | έχεις υπερλειτουργήσει | είχες υπερλειτουργήσει | θα έχεις υπερλειτουργήσει | να έχεις υπερλειτουργήσει | ||
| γ' ενικ. | έχει υπερλειτουργήσει | είχε υπερλειτουργήσει | θα έχει υπερλειτουργήσει | να έχει υπερλειτουργήσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε υπερλειτουργήσει | είχαμε υπερλειτουργήσει | θα έχουμε υπερλειτουργήσει | να έχουμε υπερλειτουργήσει | ||
| β' πληθ. | έχετε υπερλειτουργήσει | είχατε υπερλειτουργήσει | θα έχετε υπερλειτουργήσει | να έχετε υπερλειτουργήσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν υπερλειτουργήσει | είχαν υπερλειτουργήσει | θα έχουν υπερλειτουργήσει | να έχουν υπερλειτουργήσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπερλειτουργώ
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ υπερλειτουργώ - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας