Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπερμεταδότης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υπερμεταδότης οι υπερμεταδότες
      γενική του υπερμεταδότη των υπερμεταδοτών
    αιτιατική τον υπερμεταδότη τους υπερμεταδότες
     κλητική υπερμεταδότη υπερμεταδότες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπερμεταδότης < υπερ- + μεταδότης (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική superspreader)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.peɾ.me.taˈðo.tis/
τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐περ‐με‐τα‐δό‐της

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υπερμεταδότης αρσενικό

  1. (επιδημιολογία, νεολογισμός) μολυσματικός οργανισμός προσβεβλημένος από μία νόσο που μολύνει ασυνήθιστα πολλούς άλλους
  2. (επιδημιολογία, νεολογισμός) άτομο που μεταδίδει έναν μολυσματικό παράγοντα σε πολύ περισσότερα άτομα από τον μέσο όρο, επιταχύνοντας έτσι τη διασπορά μιας νόσου σε έναν πληθυσμό

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]