Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπεροξείδιο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υπεροξείδιο τα υπεροξείδια
      γενική του υπεροξειδίου
& υπεροξείδιου
των υπεροξειδίων
    αιτιατική το υπεροξείδιο τα υπεροξείδια
     κλητική υπεροξείδιο υπεροξείδια
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπεροξείδιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική peroxyde < per[1] (< λατινική per) + oxyde < oxygene (< αρχαία ελληνική ὀξύς + γίγνομαι) + acide (< λατινική acidus < aceo)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υπεροξείδιο ουδέτερο

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]