υπερπαραγωγή
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπερπαραγωγή < υπερ- + παραγωγή ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική overproduction)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπερπαραγωγή θηλυκό
- (οικονομία) η παραγωγή μεγαλύτερης ποσότητας προϊόντων από αυτήν που μπορεί να απορροφήσει η αγορά
- σύμφωνα με τη μαρξιστική ανάλυση, οι περιοδικές κρίσεις υπερπαραγωγής είναι αναπόφευκτες στην καπιταλιστική οικονομία
- εντυπωσιακή θεατρική παράσταση ή κινηματογραφική ταινία με πολύ υψηλό κόστος παραγωγής
- ※ Στη νοσταλγία των φίφτις αυτοί αντέταξαν την επικαιρότητα των έιτις. Στις υπερπαραγωγές της «Σιτροέν» αυτοί έβαλαν ένα «Φολκσβάγκεν» να πέφτει κάτω, ανοίγοντας μια τρύπα. Στις μπανιέρες και τα αυτόματα πλυντήρια της εποχής της Πέγκυ Σου αυτοί έβαλαν τη μέση αγγλίδα νοικοκυρά να πανικοβάλλεται με την κορούλα της, Μάργκαρετ, που τρώει την τάδε μάρκα μπιζελιών και ονειρεύεται όταν μεγαλώσει να γίνει πρωθυπουργός. (Τσχυδρόμος, τεύχη 45-48, 1991, σελ. 61)
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπερπαραγωγή
|