υπερσυντέλικος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπερσυντέλικος υπερσυντέλικοι
γενική υπερσυντελίκου
& υπερσυντέλικου
υπερσυντελίκων
& υπερσυντέλικων
αιτιατική υπερσυντέλικο υπερσυντελίκους
& υπερσυντέλικους
κλητική υπερσυντέλικε υπερσυντέλικοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπερσυντέλικος < ελληνιστική κοινή ὑπερσυντέλικος < ὑπέρ + συντελώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υπερσυντέλικος αρσενικό

  1. (γραμματική) χρόνος των ρημάτων με τον οποίο δείχνεται ότι η πράξη έγινε στο παρελθόν και πριν από κάτι άλλο
    ο υπερσυντέλικος του ρήματος βάφω είναι: είχα βάψει
    η αρθρογράφος χρησιμοποιεί υπερσυντέλικο σχεδόν παντού στην αρθρογραφία της, δηλωτικό πως το γεγονός έχει παρέλθει πολύ πριν βρεθεί σε κατάσταση να πιάσει και πάλι την πένα


32πχ Μεταφράσεις[]