υπερτέλειος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπερτέλειος < ελληνιστική κοινή ὑπερτέλειος[1] [2] < αρχαία ελληνική ὑπέρ + τέλειος
Επίθετο
[επεξεργασία]υπερτέλειος, υπερτέλεια / υπερτελεία, υπερτέλειο
- ο εξαιρετικά τέλειος
- (ειδικότερα, θρησκεία) προσωνυμία του θεού
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπερτέλειος
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ υπερτέλειος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ↑ ὑπερτέλειος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'θαυμάσιος' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Θρησκεία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)