υπερυψωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υπερυψωμένος υπερυψωμένη υπερυψωμένο
γενική υπερυψωμένου υπερυψωμένης υπερυψωμένου
αιτιατική υπερυψωμένο υπερυψωμένη υπερυψωμένο
κλητική υπερυψωμένε υπερυψωμένη υπερυψωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπερυψωμένοι υπερυψωμένες υπερυψωμένα
γενική υπερυψωμένων υπερυψωμένων υπερυψωμένων
αιτιατική υπερυψωμένους υπερυψωμένες υπερυψωμένα
κλητική υπερυψωμένοι υπερυψωμένες υπερυψωμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερυψωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υπερυψώνω, υπερυψώνομαι < ὑπερυψόω-ῶ < ὑπέρ + ὑψόω

Μετοχή[επεξεργασία]

υπερυψωμένος, -η, -ο

  1. που έχει υπερυψωθεί, που έχει υψωθεί πολύ υψηλά ή που είναι απλώς πιο υψηλά από ένα ορισμένο επίπεδο αναφοράς, π.χ. από το δάπεδο
  2. ο υπερεκτιμημένος, κάποιος που απολαμβάνει περισσότερο σεβασμό ή εκτίμηση από όσο του αξίζει

Μεταφράσεις[επεξεργασία]