Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπερφαλάγγισε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

υπερφαλάγγισε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υπερφαλαγγίζω
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υπερφαλαγγίζω