υπερφορτίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπερφορτίζω < υπερ- + φορτίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική overcharge)
Ρήμα
[επεξεργασία]υπερφορτίζω
Συγγενικά
[επεξεργασία]- υπερφόρτιση
- υπερφορτισμένος
- → δείτε τις λέξεις υπέρ, φορτίζω και φόρτος
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | υπερφορτίζω | υπερφόρτιζα | θα υπερφορτίζω | να υπερφορτίζω | υπερφορτίζοντας | |
| β' ενικ. | υπερφορτίζεις | υπερφόρτιζες | θα υπερφορτίζεις | να υπερφορτίζεις | υπερφόρτιζε | |
| γ' ενικ. | υπερφορτίζει | υπερφόρτιζε | θα υπερφορτίζει | να υπερφορτίζει | ||
| α' πληθ. | υπερφορτίζουμε | υπερφορτίζαμε | θα υπερφορτίζουμε | να υπερφορτίζουμε | ||
| β' πληθ. | υπερφορτίζετε | υπερφορτίζατε | θα υπερφορτίζετε | να υπερφορτίζετε | υπερφορτίζετε | |
| γ' πληθ. | υπερφορτίζουν(ε) | υπερφόρτιζαν υπερφορτίζαν(ε) |
θα υπερφορτίζουν(ε) | να υπερφορτίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | υπερφόρτισα | θα υπερφορτίσω | να υπερφορτίσω | υπερφορτίσει | ||
| β' ενικ. | υπερφόρτισες | θα υπερφορτίσεις | να υπερφορτίσεις | υπερφόρτισε | ||
| γ' ενικ. | υπερφόρτισε | θα υπερφορτίσει | να υπερφορτίσει | |||
| α' πληθ. | υπερφορτίσαμε | θα υπερφορτίσουμε | να υπερφορτίσουμε | |||
| β' πληθ. | υπερφορτίσατε | θα υπερφορτίσετε | να υπερφορτίσετε | υπερφορτίστε | ||
| γ' πληθ. | υπερφόρτισαν υπερφορτίσαν(ε) |
θα υπερφορτίσουν(ε) | να υπερφορτίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω υπερφορτίσει | είχα υπερφορτίσει | θα έχω υπερφορτίσει | να έχω υπερφορτίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις υπερφορτίσει | είχες υπερφορτίσει | θα έχεις υπερφορτίσει | να έχεις υπερφορτίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει υπερφορτίσει | είχε υπερφορτίσει | θα έχει υπερφορτίσει | να έχει υπερφορτίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε υπερφορτίσει | είχαμε υπερφορτίσει | θα έχουμε υπερφορτίσει | να έχουμε υπερφορτίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε υπερφορτίσει | είχατε υπερφορτίσει | θα έχετε υπερφορτίσει | να έχετε υπερφορτίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν υπερφορτίσει | είχαν υπερφορτίσει | θα έχουν υπερφορτίσει | να έχουν υπερφορτίσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπερφορτίζω