υπερφουσκώνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερφουσκώνομαι, παθητική φωνή του ρήματος υπερφουσκώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

υπερφουσκώνομαι

  1. φουσκώνομαι σε πολύ μεγάλο βαθμό.

Κλίση[επεξεργασία]