υπερφουσκώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερφουσκώνω< υπέρ + φουσκώνω, παθητική φωνή υπερφουσκώνομαι, μετοχή παθητικού παρακειμένου υπερφουσκωμένος

Ρήμα[επεξεργασία]

υπερφουσκώνω

  • φουσκώνω σε πολύ μεγάλο βαθμό.
    Η ειδική κατασκευή αυτού του στρώματος επιτρέπει επίσης όλη την πίεση να υπερφουσκώνει και ταυτόχρονα να αποκολλά έναν ή περισσότερους κυλίνδρους στα πιό επικίνδυνα σημεία της επιφάνειας κατάκλισης (Στρώμα από φίμπρα σιλικόνης 20.12. [1], ανάκτηση 7/9/2019)
    ενώ μειώνεται η ικανότητα του πνεύμονα να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει ανταλλάσσοντας καθε φορά αέρα με το περιβάλλον, μια λειτουργία που είναι πρωταρχική. Έτσι ο πνεύμονας υπερφουσκώνει (υπερδιατείνεται) χωρίς να μπορεί να βγάζει εύκολα τον αέρα έξω (ΒΡΟΓΧΟΣΚΟΠΙΚΗ ΑΠΟΜΕΙΩΣΗ ΠΝΕΥΜΟΝΙΚΟΥ ΟΓΚΟΥ ΣΤΗΝ ΧΑΠ ΜΕ ΕΛΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΒΑΛΒΙΔΕΣ [2], ανάκτηση 7/9/2019)
    Τιμολογούμε τα αυτοκίνητα βάσει της πραγματικής τους αξίας, το κόστος διαχείρισής τους και του μικρού περιθώριου κέρδους μας, όχι έχοντας υπόψιν τυχόν διαπραγμάτευση ώστε να υπερφουσκώνουμε τις τιμές (γυρίζοντας ταυτόχρονα τα χιλιόμετρα) και όποιος τσιμπήσει (Συχνές Ερωτήσεις, Αγοράζω αυτοκίνητο, spotawheel.gr, [3], ανάκτηση 7/9/2019)

Κλίση[επεξεργασία]