υπερφυσικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υπερφυσικός υπερφυσική υπερφυσικό
γενική υπερφυσικού υπερφυσικής υπερφυσικού
αιτιατική υπερφυσικό υπερφυσική υπερφυσικό
κλητική υπερφυσικέ υπερφυσική υπερφυσικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υπερφυσικοί υπερφυσικές υπερφυσικά
γενική υπερφυσικών υπερφυσικών υπερφυσικών
αιτιατική υπερφυσικούς υπερφυσικές υπερφυσικά
κλητική υπερφυσικοί υπερφυσικές υπερφυσικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερφυσικός < αρχαία ελληνική ὑπερφυσικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pɛɾ.fi.si.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υπερφυσικός, -ή, -ό

  1. που ξεπερνά τους νόμους της φύσης, που δεν μπορεί να γίνει αντιληπτός χάρη σ' αυτούς ή να ερμηνευθεί βάσει αυτών
    συνώνυμα: (ανεξήγητος), υπερκόσμιος
    αντώνυμα: φυσικός, φυσιολογικός
  2. που ξεπερνάει τα φυσιολογικά μέτρα
    συνώνυμα: υπερμεγέθης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]