υπερφωσφορικό άλας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπερφωσφορικό άλας < υπερφωσφορικός + άλας (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική superphosphate salt)
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]υπερφωσφορικό άλας ουδέτερο
- (χημεία) χημική ένωση που περιέχει υψηλή συγκέντρωση φωσφορικών ιόντων και χρησιμοποιείται κυρίως ως λίπασμα για την ενίσχυση της ανάπτυξης των φυτών
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπερφωσφορικό άλας