υπερωριακός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]υπερωριακός, -ή, -ό
Συγγενικά
[επεξεργασία]- υπερωριακά
- υπερωριακώς
- → δείτε τις λέξεις υπερωρία, υπέρ και ώρα
υπερωριακός, -ή, -ό