υπερόπτης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπερόπτης υπερόπτες
γενική υπερόπτη υπεροπτών
αιτιατική υπερόπτη υπερόπτες
κλητική υπερόπτη υπερόπτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπερόπτης < αρχαία ελληνική ὑπερόπτης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pɛ.ˈɾɔ.ptis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπερόπτης αρσενικό ή θηλυκό

  • το άτομο που πιστεύει ότι είναι ανώτερος από όλους και περιφρονεί τους γύρω του

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]