υπερόπτισσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπερόπτισσα θηλυκό
- → δείτε τη λέξη υπερόπτης
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπερόπτισσα
|
|
υπερόπτισσα θηλυκό
|
|