Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπερώα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
Wikipedia logo
Wikipedia logo
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπερώα οι υπερώες
      γενική της υπερώας των υπερωών
    αιτιατική την υπερώα τις υπερώες
     κλητική υπερώα υπερώες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Εσωτερική όψη του στόματος, δείχνοντας την υπερώα.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπερώα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑπερῴα[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.peˈɾo.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: υπερώα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υπερώα θηλυκό

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. υπερώα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. υπερώα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)