Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπηκοότητα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπηκοότητα οι υπηκοότητες
      γενική της υπηκοότητας των υπηκοοτήτων
    αιτιατική την υπηκοότητα τις υπηκοότητες
     κλητική υπηκοότητα υπηκοότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπηκοότητα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπηκοότης, μαρτυρείται από το 1831 στον Αν. Πολυζωίδη.[1] Συγχρονικά αναλύεται σε υπήκο(ος) + -ότητα.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.pi.koˈo.ti.ta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: υπηκοότητα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υπηκοότητα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.