υπηρέτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπηρέτης υπηρέτες
γενική υπηρέτη υπηρετών
αιτιατική υπηρέτη υπηρέτες
κλητική υπηρέτη υπηρέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπηρέτης < αρχαία ελληνική ὑπηρέτης

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pi.ˈɾɛ.tis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπηρέτης αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]