υπηρετήσει

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

υπηρετήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος υπηρετώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος υπηρετώ
  3. θα υπηρετήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος υπηρετώ