υπνοδωμάτιο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπνοδωμάτιο < (μαρτυρείται από το 1883) (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Schlafzimmer
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπνοδωμάτιο ουδέτερο
- → δείτε τη λέξη κρεβατοκάμαρα
- ※ Όπως της είπε κάποια στιγμή, στο διαμέρισμα υπήρχε ένα ακόμη υπνοδωμάτιο, εκεί που υπολόγιζαν οι κατασκευαστές ότι θα κοιμόταν η αφεντιά του, αλλά εκείνος είχε αλλάξει τη διαρρύθμιση, για να μπορεί να έχει πάντα μπροστά του, από την ώρα που ανοίγει τα μάτια του, τη θέα της Ακρόπολης. (Δημήτρης Μαργέτας, Φταίει η Ακρόπολη, εκδ. Swiss Classe Press, 2025)
- ※ Καμιά φορά αναφέρεται ο όρος πόρτεγο, που ήταν το σημερινό καθιστικό ή σαλόνι. Πόρτεγο δε φαίνεται να διέθεταν όλα τα νοικοκυριά, η ύπαρξή του δήλωνε πολυτέλεια ... Τα κυρίως δωμάτια που συνήθως διέθετε ένα νοικοκυριό ήταν το πόρτεγο και το υπνοδωμάτιο. (Πεπραγμένα Ένατου Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, 2004, σελ. 241)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπνοδωμάτιο
|
→ δείτε τη λέξη κρεβατοκάμαρα |
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γερμανικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)