υπνωτήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπνωτήριο υπνωτήρια
γενική υπνωτηρίου υπνωτηρίων
αιτιατική υπνωτήριο υπνωτήρια
κλητική υπνωτήριο υπνωτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπνωτήριο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπνωτήριο ουδέτερο

  1. κλειστός χώρος, συνήθως σε ίδρυμα, όπου μπορούν άτομα χωρίς οικονομικά μέσα και χωρίς στέγη να κοιμούνται τα βράδια
  2. κλειστός χώρος όπου κοιμούνται μαζί στρατιώτες, κρατούμενοι, κλπ.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]