υπνόσακος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

υπνόσακος έτοιμος για χρήση

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπνόσακος < ύπνος + σάκος < αγγλική sleeping bag

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υπνόσακος αρσενικό

  1. μακρόστενος σάκος από ύφασμα και βαμβάκι ή παρόμοιο υλικό, τον οποίον μπορεί κάποιος να χρησιμοποιεί αντί για σεντόνια και πάπλωμα για να κοιμηθεί, πχ. όταν κάνει κάμπινγκ


Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]