υποαερισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υποαερισμός < υπερ- + αερισμός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική hypoventilation)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υποαερισμός αρσενικό
- (ιατρική) η ανεπαρκής ή βραδεία αναπνοή που οδηγεί σε μειωμένη αποβολή διοξειδίου του άνθρακα από τον οργανισμό, προκαλώντας υπερκαπνία και διαταραχή της οξεοβασικής ισορροπίας, με πιθανά συμπτώματα όπως υπνηλία, σύγχυση ή δύσπνοια
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υποαερισμός
Πηγές
[επεξεργασία]- υποαερισμός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα υπερ- (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)