Μετάβαση στο περιεχόμενο

υποαερισμός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο υποαερισμός οι υποαερισμοί
      γενική του υποαερισμού των υποαερισμών
    αιτιατική τον υποαερισμό τους υποαερισμούς
     κλητική υποαερισμέ υποαερισμοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υποαερισμός < υπερ- + αερισμός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική hypoventilation)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υποαερισμός αρσενικό

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • υποαερισμός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών.  (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)