υποαπασχολούμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υποαπασχολούμενος υποαπασχολούμενη υποαπασχολούμενο
γενική υποαπασχολούμενου υποαπασχολούμενης υποαπασχολούμενου
αιτιατική υποαπασχολούμενο υποαπασχολούμενη υποαπασχολούμενο
κλητική υποαπασχολούμενε υποαπασχολούμενη υποαπασχολούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υποαπασχολούμενοι υποαπασχολούμενες υποαπασχολούμενα
γενική υποαπασχολούμενων υποαπασχολούμενων υποαπασχολούμενων
αιτιατική υποαπασχολούμενους υποαπασχολούμενες υποαπασχολούμενα
κλητική υποαπασχολούμενοι υποαπασχολούμενες υποαπασχολούμενα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποαπασχολούμενος < μετοχή ενεστώτα μεσοπαθητικής φωνής του υποαπασχολούμαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

υποαπασχολούμενος αρσενικό, -η, -ο

  • που υποαπασχολείται, που εργάζεται αποσπασματικά, ασταθώς, διακεκομμένα, με μεγάλα διαστήματα ανεργίας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]