υποβαθμίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποβαθμίζω < υπο- + βαθμ(ός) + -ίζω < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική downgrade[1]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υποβαθμίζω, αόρ.: υποβάθμισα, παθ.φωνή: υποβαθμίζομαι, π.αόρ.: υποβαθμίστηκα, μτχ.π.π.: υποβαθμισμένος

  1. κατατάσσω σε κατώτερη κατηγορία
    οι οίκοι αξιολόγησης υποβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας
    η ομάδα υποβαθμίστηκε στη Β' Εθνική
  2. μειώνω τη σημασία ενός γεγονότος, συχνά για να διασκεδάσω τις εντυπώσεις

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές [επεξεργασία]

  1. υποβαθμίζω στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.