Μετάβαση στο περιεχόμενο

υποβαθμίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υποβαθμίζω < υπο- + βαθμ(ός) + -ίζω < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική downgrade[1])

υποβαθμίζω, αόρ.: υποβάθμισα, παθ.φωνή: υποβαθμίζομαι, π.αόρ.: υποβαθμίστηκα, μτχ.π.π.: υποβαθμισμένος

  1. κατατάσσω σε κατώτερη κατηγορία
    οι οίκοι αξιολόγησης υποβάθμισαν την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας
    η ομάδα υποβαθμίστηκε στη Β' Εθνική
      Τα ειδικά χαρακτηριστικά του ακινήτου επηρεάζονται θετικά καθόσον από τρίφατσο γίνεται τετράφατσο αλλά επηρεάζεται αρνητικά καθόσον η υπερύψωση των επιπέδων των οδών στη νότια και ανατολική πλευρά του υποβαθμίζει κατά κάποιο τρόπο το γήπεδο όχι όμως και τη λειτουργία του. (Απόφαση 148/2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ), Άρειος Πάγος )
  2. μειώνω τη σημασία ενός γεγονότος, συχνά για να διασκεδάσω τις εντυπώσεις
  3. (πληροφορική) downgrade: επαναφέρω λογισμικό σε παλαιότερη έκδοση

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]