υποβιβάζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὑποβιβάζω

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποβιβάζω < αρχαία ελληνική ὑποβιβάζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υποβιβάζω, πρτ.: υποβίβαζα, στ.μέλλ.: θα υποβιβάσω, αόρ.: υποβίβασα, παθ.φωνή: υποβιβάζομαι, μτχ.π.π.: υποβιβασμένος

  1. κατεβάζω κάτι σε χαμηλότερο ποιοτικά επίπεδο
    τέτοιες ενέργειες υποβιβάζουν τον άνθρωπο σε κτήνος
  2. (αθλητισμός) κατεβάζω μια ομάδα σε χαμηλότερη κατηγορία
    το αθλητικό δικαστήριο υποβίβασε την ομάδα στην Δ' Κατηγορία λόγω του σκανδάλου των πουλημένων αγώνων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]