Μετάβαση στο περιεχόμενο

υποβρυχίως

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υποβρυχίως < υποβρύχι(ος) + -ως [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.po.vɾiˈçi.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: υποβρυχίως
τονικό παρώνυμο: υποβρύχιος

Επίρρημα

[επεξεργασία]

υποβρυχίως

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]