υπογαλακτία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπογαλακτία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hypogalactia < αρχαία ελληνική ὑπό + γάλα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπογαλακτία θηλυκό
- (ιατρική) η μειωμένη παραγωγή μητρικού γάλακτος σε θηλάζουσα γυναίκα, σε βαθμό που δεν επαρκεί για τη διατροφή του βρέφους
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Low milk supply στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπογαλακτία
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ιατρική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)