υπογραφή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπογραφή οι υπογραφές
      γενική της υπογραφής των υπογραφών
    αιτιατική την υπογραφή τις υπογραφές
     κλητική υπογραφή υπογραφές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπογραφή < ελληνιστική ὑπογραφή < ὑπογράφω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπογραφή θηλυκό

  1. η ιδιόχειρη αναγραφή του ονόματός μου, συνήθως με έναν ιδιαίτερο προσωπικό τρόπο που είναι δύσκολο να αντιγραφεί
     συνώνυμα: τζίφρα
  2. η ενέργεια με την οποία επικυρώνει κάποιος ένα επίσημο έγγραφο, π.χ συμβόλαιο, διακρατική συμφωνία κ.λπ.
    το απόγευμα θα πάμε στο συμβολαιογράφο για την υπογραφή των συμβολαίων
  3. (μεταφορικά) οτιδήποτε χρησιμοποιείται για να δηλωθεί η πατρότητα μιας ενέργειας
  4. (κατ' επέκταση) ενδείξεις οι οποίες υποδηλώνουν την πατρότητα μιας ενέργειας ή αντικειμένου
  5. (πληροφορική) ένα μοτίβο που χρησιμοποιείται για να αναγνωριστεί η ταυτότητα ενός ιού
  6. (προγραμματισμός, αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) το πλήθος (η τάξη) και ο τύπος των παραμέτρων, που δηλώνονται στην επικεφαλίδα μιάς συνάρτησης ή μεθόδου. Καλείται υπογραφή, διότι αυτά είναι τα στοιχεία που ξεχωρίζουν συναρτήσεις ή μεθόδους με το ίδιο όνομα
    Οι συναρτήσεις: int add(int a, int b) {return a + b; } και float add(float a, float b) {return a + b; } έχουν το ίδιο όνομα (add) αλλά διαφορετική υπογραφή (int, int) και (float, float) αντίστοιχα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • την υπογραφή σου και την ψ**ή σου (το πουλί σου/το άλλο/το κάτω κεφάλι) πρέπει να προσέχεις που τη βάζεις
  • πέφτουν οι υπογραφές:
    και μόλις πέσουν οι υπογραφές θα γίνει δικό σου το σπίτι
  • φέρνω/φέρω την υπογραφή:

Μεταφράσεις[επεξεργασία]