υποδαυλίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποδαυλίζω < υπο- + δαυλός + -ίζω < μεσαιωνική ελληνική δαυλός < αρχαία ελληνική δαλός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική attiser)

Ρήμα[επεξεργασία]

υποδαυλίζω, πρτ.: υποδαύλιζα, στ.μέλλ.: θα υποδαυλίσω, αόρ.: υποδαύλισα, μτχ.π.π.: υποδαυλισμένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]