υποδεέστερα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υποδεέστερα < υποδεέστερος + -α
Επίρρημα
[επεξεργασία]υποδεέστερα
- σε υποδεέστερο σημείο ή κατάσταση
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υποδεέστερα
|
|
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]υποδεέστερα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του υποδεέστερος