υποδεκάμετρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υποδεκάμετρο τα υποδεκάμετρα
      γενική του υποδεκάμετρου των υποδεκάμετρων
    αιτιατική το υποδεκάμετρο τα υποδεκάμετρα
     κλητική υποδεκάμετρο υποδεκάμετρα
όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποδεκάμετρο < υπό + δέκα + μέτρο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υποδεκάμετρο ουδέτερο

  1. (φυσική): μονάδα μήκους ίση με το 1/10 του μέτρου ή με 10 εκατοστόμετρα, διεθνές σύμβολο dm (ντεσιμέτρ)
  2. μικρός χάρακας, συνήθως 20 εκ. με υποδιαιρέσεις σε εκατοστόμετρα και χιλιοστόμετρα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]