υποδηματοποιείο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υποδηματοποιείο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑποδηματοποιεῖον, υποδηματο(ποιός) + -ποιείο < → δείτε τη λέξη υπόδημα
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.po.ði.ma.to.piˈi.o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐πο‐δη‐μα‐το‐ποι‐εί‐ο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υποδηματοποιείο ουδέτερο
- (υπόδηση) επίσημη ονομασία για εργαστήριο που επιδιορθώνει ή φτιάχνει παπούτσια
- ※ Η διεύρυνση μιας τοπικής αγοράς, με τη δημιουργία των υποδηματοποιείων, φάνηκε ότι θα απορροφούσε το κατεργασμένο δέρμα των τοπικών βυρσοδεψείων, καθώς ενθάρρυνε μεγάλο μέρος του πληθυσμού να επενδύσει την εργασία του στο υποδηματοποιείο. (Βασιλική Ρόκου, Τα βυρσοδεψεία των Ιωαννίνων: από το εργαστήριο στο "εργοστάσιο" της βιοτεχνικής πόλης, Ελληνικά Γράμματα, 2004, σελ. 76)
- ※ ...στο πάτωμα τα νυφικά της παπούτσια, μεταξωτά, με τακούνι λαξεμένα προς τα μέσα. Έχουν φτιαχτεί στα μέτρα της, με σχέδιο ξεσηκωμένο από γαλλικό φιγουρίνι μόδας, από το υποδηματοποιείο «Η Πρόοδος» του Ζωιόπουλου, ο οποίος είναι και προμηθευτής της βασιλικής Αυλής. (Φιλομήλα Λαπατά, Η ξυπόλυτη των Αθηνών, εκδ. Καστανιώτη, 2010)
- ≈ συνώνυμα: τσαγκάρικο, τσαγκαράδικο, παπουτσάδικο, παπουτσίδικο και καβάφικο
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη υπόδημα
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υποδηματοποιείο
Πηγές
[επεξεργασία]- υποδηματοποιείο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ὑποδηματοποιεῖον - ⌘ Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πεύκο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ποιείο (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Υπόδηση (νέα ελληνικά)
- Επίσημοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)