Μετάβαση στο περιεχόμενο

υποδιαίρεσε

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

υποδιαίρεσε

  1. γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος υποδιαιρώ
  2. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος υποδιαιρώ