υποθηκευμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : αποθηκεύω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υποθηκευμένος υποθηκευμένη υποθηκευμένο
γενική υποθηκευμένου υποθηκευμένης υποθηκευμένου
αιτιατική υποθηκευμένο υποθηκευμένη υποθηκευμένο
κλητική υποθηκευμένε υποθηκευμένη υποθηκευμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υποθηκευμένοι υποθηκευμένες υποθηκευμένα
γενική υποθηκευμένων υποθηκευμένων υποθηκευμένων
αιτιατική υποθηκευμένους υποθηκευμένες υποθηκευμένα
κλητική υποθηκευμένοι υποθηκευμένες υποθηκευμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποθηκευμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος υποθηκεύω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

υποθηκευμένος, -η, -ο

  • που έχει υποθηκευτεί, έχει μπει αμανάτι (μόνον για άψυχα ή αφηρημένες έννοιες, όχι για έμψυχα)
    υποθηκευμένο ακίνητο / υποθηκευμένη περιουσία / το υποθηκευμένο μέλλον των παιδιών μας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]