υποκαπνίζομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]υποκαπνίζομαι
- παθητική φωνή του ρήματος υποκαπνίζω
Κλίση
[επεξεργασία] Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | υποκαπνίζομαι | υποκαπνιζόμουν(α) | θα υποκαπνίζομαι | να υποκαπνίζομαι | ||
| β' ενικ. | υποκαπνίζεσαι | υποκαπνιζόσουν(α) | θα υποκαπνίζεσαι | να υποκαπνίζεσαι | (υποκαπνίζου) | |
| γ' ενικ. | υποκαπνίζεται | υποκαπνιζόταν(ε) | θα υποκαπνίζεται | να υποκαπνίζεται | ||
| α' πληθ. | υποκαπνιζόμαστε | υποκαπνιζόμαστε υποκαπνιζόμασταν |
θα υποκαπνιζόμαστε | να υποκαπνιζόμαστε | ||
| β' πληθ. | υποκαπνίζεστε | υποκαπνιζόσαστε υποκαπνιζόσασταν |
θα υποκαπνίζεστε | να υποκαπνίζεστε | (υποκαπνίζεστε) | |
| γ' πληθ. | υποκαπνίζονται | υποκαπνίζονταν υποκαπνιζόντουσαν |
θα υποκαπνίζονται | να υποκαπνίζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | υποκαπνίστηκα | θα υποκαπνιστώ | να υποκαπνιστώ | υποκαπνιστεί | ||
| β' ενικ. | υποκαπνίστηκες | θα υποκαπνιστείς | να υποκαπνιστείς | υποκαπνίσου | ||
| γ' ενικ. | υποκαπνίστηκε | θα υποκαπνιστεί | να υποκαπνιστεί | |||
| α' πληθ. | υποκαπνιστήκαμε | θα υποκαπνιστούμε | να υποκαπνιστούμε | |||
| β' πληθ. | υποκαπνιστήκατε | θα υποκαπνιστείτε | να υποκαπνιστείτε | υποκαπνιστείτε | ||
| γ' πληθ. | υποκαπνίστηκαν υποκαπνιστήκαν(ε) |
θα υποκαπνιστούν(ε) | να υποκαπνιστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω υποκαπνιστεί | είχα υποκαπνιστεί | θα έχω υποκαπνιστεί | να έχω υποκαπνιστεί | υποκαπνισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις υποκαπνιστεί | είχες υποκαπνιστεί | θα έχεις υποκαπνιστεί | να έχεις υποκαπνιστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει υποκαπνιστεί | είχε υποκαπνιστεί | θα έχει υποκαπνιστεί | να έχει υποκαπνιστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε υποκαπνιστεί | είχαμε υποκαπνιστεί | θα έχουμε υποκαπνιστεί | να έχουμε υποκαπνιστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε υποκαπνιστεί | είχατε υποκαπνιστεί | θα έχετε υποκαπνιστεί | να έχετε υποκαπνιστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν υποκαπνιστεί | είχαν υποκαπνιστεί | θα έχουν υποκαπνιστεί | να έχουν υποκαπνιστεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υποκαπνίζομαι
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- υποκαπνίζομαι - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)