Μετάβαση στο περιεχόμενο

υποκαπνίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υποκαπνίζω < ελληνιστική κοινή ὑποκαπνίζω < αρχαία ελληνική ὑπό + καπνίζω < καπνός

υποκαπνίζω (παθητική φωνή: υποκαπνίζομαι)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • υποκαπνίζω - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)