υποκαπνίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υποκαπνίζω < ελληνιστική κοινή ὑποκαπνίζω < αρχαία ελληνική ὑπό + καπνίζω < καπνός
Ρήμα
[επεξεργασία]υποκαπνίζω (παθητική φωνή: υποκαπνίζομαι)
- χρησιμοποιώ καπνό ή ατμό από καιόμενες φαρμακευτικές ουσίες είτε για θεραπευτικούς σκοπούς, μέσω της έκθεσης μέρους του σώματος, είτε για την απολύμανση χώρων
Συγγενικά
[επεξεργασία]- υποκαπνισμός
- → δείτε τις λέξεις υπό και καπνός
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | υποκαπνίζω | υποκάπνιζα | θα υποκαπνίζω | να υποκαπνίζω | υποκαπνίζοντας | |
| β' ενικ. | υποκαπνίζεις | υποκάπνιζες | θα υποκαπνίζεις | να υποκαπνίζεις | υποκάπνιζε | |
| γ' ενικ. | υποκαπνίζει | υποκάπνιζε | θα υποκαπνίζει | να υποκαπνίζει | ||
| α' πληθ. | υποκαπνίζουμε | υποκαπνίζαμε | θα υποκαπνίζουμε | να υποκαπνίζουμε | ||
| β' πληθ. | υποκαπνίζετε | υποκαπνίζατε | θα υποκαπνίζετε | να υποκαπνίζετε | υποκαπνίζετε | |
| γ' πληθ. | υποκαπνίζουν(ε) | υποκάπνιζαν υποκαπνίζαν(ε) |
θα υποκαπνίζουν(ε) | να υποκαπνίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | υποκάπνισα | θα υποκαπνίσω | να υποκαπνίσω | υποκαπνίσει | ||
| β' ενικ. | υποκάπνισες | θα υποκαπνίσεις | να υποκαπνίσεις | υποκάπνισε | ||
| γ' ενικ. | υποκάπνισε | θα υποκαπνίσει | να υποκαπνίσει | |||
| α' πληθ. | υποκαπνίσαμε | θα υποκαπνίσουμε | να υποκαπνίσουμε | |||
| β' πληθ. | υποκαπνίσατε | θα υποκαπνίσετε | να υποκαπνίσετε | υποκαπνίστε | ||
| γ' πληθ. | υποκάπνισαν υποκαπνίσαν(ε) |
θα υποκαπνίσουν(ε) | να υποκαπνίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω υποκαπνίσει | είχα υποκαπνίσει | θα έχω υποκαπνίσει | να έχω υποκαπνίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις υποκαπνίσει | είχες υποκαπνίσει | θα έχεις υποκαπνίσει | να έχεις υποκαπνίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει υποκαπνίσει | είχε υποκαπνίσει | θα έχει υποκαπνίσει | να έχει υποκαπνίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε υποκαπνίσει | είχαμε υποκαπνίσει | θα έχουμε υποκαπνίσει | να έχουμε υποκαπνίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε υποκαπνίσει | είχατε υποκαπνίσει | θα έχετε υποκαπνίσει | να έχετε υποκαπνίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν υποκαπνίσει | είχαν υποκαπνίσει | θα έχουν υποκαπνίσει | να έχουν υποκαπνίσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υποκαπνίζω
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- υποκαπνίζω - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)