υποκειμενικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική υποκειμενικός υποκειμενική υποκειμενικό
γενική υποκειμενικού υποκειμενικής υποκειμενικού
αιτιατική υποκειμενικό υποκειμενική υποκειμενικό
κλητική υποκειμενικέ υποκειμενική υποκειμενικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική υποκειμενικοί υποκειμενικές υποκειμενικά
γενική υποκειμενικών υποκειμενικών υποκειμενικών
αιτιατική υποκειμενικούς υποκειμενικές υποκειμενικά
κλητική υποκειμενικοί υποκειμενικές υποκειμενικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποκειμενικός < υποκείμενο + -ικός

Επίθετο[επεξεργασία]

υποκειμενικός, -ή, -ό

  1. που καθορίζεται από την αντίληψη ή τη γνώμη ενός ανθρώπου (ενός υποκειμένου) που αισθάνεται ή σκέφτεται, κρίνει κλπ
    το υποκειμενικό αίσθημα του ψύχους δεν εξαρτάται μόνο από τη θερμοκρασία

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]