Μετάβαση στο περιεχόμενο

υποκλείδιος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο υποκλείδιος η υποκλείδια το υποκλείδιο
      γενική του υποκλείδιου της υποκλείδιας του υποκλείδιου
    αιτιατική τον υποκλείδιο την υποκλείδια το υποκλείδιο
     κλητική υποκλείδιε υποκλείδια υποκλείδιο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι υποκλείδιοι οι υποκλείδιες τα υποκλείδια
      γενική των υποκλείδιων των υποκλείδιων των υποκλείδιων
    αιτιατική τους υποκλείδιους τις υποκλείδιες τα υποκλείδια
     κλητική υποκλείδιοι υποκλείδιες υποκλείδια
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υποκλείδιος < υπο- + κλείδα + -ιος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sous-clavier[1])

Επίθετο

[επεξεργασία]

υποκλείδιος, -α / -ος, -ο

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. υποκλείδιος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)