υποκρίτρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υποκρίτρια υποκρίτριες
γενική υποκρίτριας υποκριτριών
αιτιατική υποκρίτρια υποκρίτριες
κλητική υποκρίτρια υποκρίτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποκρίτρια < υποκριτής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υποκρίτρια θηλυκό

  • αυτή που συμπεριφέρεται με υποκρισία, που δείχνει στους άλλους ψεύτικα συναισθήματα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]