Μετάβαση στο περιεχόμενο

υπολαΐδα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η υπολαΐδα οι υπολαΐδες
      γενική της υπολαΐδας των υπολαΐδων
    αιτιατική την υπολαΐδα τις υπολαΐδες
     κλητική υπολαΐδα υπολαΐδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υπολαΐδα < αρχαία ελληνική ὑπολαΐς

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.po.laˈi.ða/
τυπογραφικός συλλαβισμός: υπολαΐδα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

υπολαΐδα θηλυκό

  • (πτηνό) είδος ωδικού πτηνού
      Η αρσενική υπολαΐδα έχει πολύ μελωδικό κελάδημα, που μοιάζει με το κελάδημα του αηδονιού. Σε λίγο, κάποια θηλυκιά ακούει το τραγούδι του. Ξέρει πως είναι γι’ αυτήν.
    Πως ζευγαρώνουν τα πουλιά, Πατρίς, 17 Μαρτίου 2003

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]