υπολαΐδα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υπολαΐδα < αρχαία ελληνική ὑπολαΐς
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /i.po.laˈi.ða/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : υ‐πο‐λα‐ΐ‐δα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υπολαΐδα θηλυκό
- (πτηνό) είδος ωδικού πτηνού
- ※ Η αρσενική υπολαΐδα έχει πολύ μελωδικό κελάδημα, που μοιάζει με το κελάδημα του αηδονιού. Σε λίγο, κάποια θηλυκιά ακούει το τραγούδι του. Ξέρει πως είναι γι’ αυτήν.
- Πως ζευγαρώνουν τα πουλιά, Πατρίς, 17 Μαρτίου 2003
- ※ Η αρσενική υπολαΐδα έχει πολύ μελωδικό κελάδημα, που μοιάζει με το κελάδημα του αηδονιού. Σε λίγο, κάποια θηλυκιά ακούει το τραγούδι του. Ξέρει πως είναι γι’ αυτήν.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] υπολαΐδα
|
Πηγές
[επεξεργασία]- υπολαΐδα - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
- Johann Adolf Erdmann Schmidt, Λεξικόν πρόχειρον Ἁπλό-Ἑλληνικόν-Γαλλικόν και Γερμανικόν, Εν Λειψία, παρά Εδουάρδω Κούμμερ. 1838
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ελπίδα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Πτηνά (νέα ελληνικά)
- Ζώα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)