υπολογιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υπολογιστής υπολογιστές
γενική υπολογιστή υπολογιστών
αιτιατική υπολογιστή υπολογιστές
κλητική υπολογιστή υπολογιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υπολογιστής < υπολογίζω + -τής (1. μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική calculateur. 2. σημασιολογικό δάνειο από αγγλική computer)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.pɔ.lɔ.ʝi.ˈstis/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υπολογιστής αρσενικό

  1. (λόγιο) άνθρωπος που ενεργεί όχι γνήσια και αυθόρμητα αλλά υπολογίζοντας αποκλειστικά το προσωπικό του συμφέρον
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: συμφεροντολόγος, ιδιοτελής, υστερόβουλος
    θηλυκό: υπολογίστρια
  2. (τεχνολογία) ηλεκτρονικός υπολογιστής

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]