υποπολλαπλάσιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το υποπολλαπλάσιο τα υποπολλαπλάσια
      γενική του υποπολλαπλασίου των υποπολλαπλασίων
    αιτιατική το υποπολλαπλάσιο τα υποπολλαπλάσια
     κλητική υποπολλαπλάσιο υποπολλαπλάσια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποπολλαπλάσιο < υποπολλαπλάσιος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

υποπολλαπλάσιο ουδέτερο

  1. (μαθηματικά) το πηλίκο της διαίρεσης ενός αριθμού με κάποιον από τους διαιρέτες του

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]