υποπτεύομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποπτεύομαι < αρχαία ελληνική ὑποπτεύω < ὕποπτος < ὑφοράω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

υποπτεύομαι

  1. έχω υποψίες για κάποιον, θεωρώ κάποιον ύποπτο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]