Μετάβαση στο περιεχόμενο

υποσημειώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
υποσημειώνω < υποσημείωση + -ώνω (αναδρομικός σχηματισμός)

υποσημειώνω (παθητική φωνή: υποσημειώνομαι)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]