υποσκελίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

υποσκελίζω < υπό + σκέλος

Ρήμα[επεξεργασία]

υποσκελίζω

  1. παραγκωνίζω, παίρνω τη θέση κάποιου με αθέμιτα μέσα
  2. (αντικειμενοστρεφής προγραμματισμός) βλ. συνώνυμο: επικαλύπτω μέθοδο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]